28.3.09

Οι τιμές αγροτικών προϊόντων αυξάνονται, η παραγωγή μειώνεται και οι ελεύθερες εκτάσεις είναι πλέον περιζήτητες

The Εconomist

Σε μία εποχή όπου η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει την καθίζησή της και η ζήτηση των καταναλωτών για προϊόντα καθώς και για τις εταιρείες που τα παράγουν και τα χρηματοδοτούν εξακολουθεί να εξασθενεί, ο μεταβαλλόμενος αγροτικός κλάδος διατηρεί τη δύναμή του. Διότι ο κόσμος έχει ανάγκη να τραφεί.

Οι τιμές των σιτηρών και των κρεάτων, παρ' όλο που είναι χαμηλότερες από το ζενίθ στα μέσα του 2008, εξακολουθούν να είναι περίπου 30%-50% ψηλότερες από τον μέσο όρο της δεκαετίας. Οι υψηλές τιμές σπανίως, βέβαια, παραπέμπουν σε κάτι θετικό για τους καταναλωτές. Για τους αγρότες, όμως, ειδικότερα τους φτωχούς, είναι εξαιρετικής σημασίας. Eνα ποσοστό της αύξησης των τιμών μπορεί να αποδοθεί στη βαθμιαία μετατόπιση μέρους των καλλιεργειών για την παραγωγή καυσίμων, η οποία υποστηρίζεται από αντιπαραγωγικές επιδοτήσεις. Αντίθετα, οι υψηλές τιμές μπορεί να ερμηνευθούν και ως ένα σημάδι προόδου, προερχομένης κυρίως από τη σταθερή ενίσχυση της ζήτησης από τις φτωχότερες χώρες, οι οποίες σιτίζονται όλο και περισσότερο, αυξάνοντας ειδικότερα την κατανάλωση πρωτεϊνών.

Η Κίνα έχει διαδραματίσει σημαντικότατο ρόλο σε αυτήν την ανοδική πορεία της γεωργίας, εξαιτίας του αναρίθμητου πληθυσμού της και της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξής της. Σύμφωνα με στοιχεία του Κάρλο Καϊάνι της Caiani & Company, επενδυτικής / συμβουλευτικής εταιρείας με βάση τη Μελβούρνη, την τελευταία δεκαετία, η κινεζική κατανάλωση γάλακτος και ελαιόλαδου έχει αυξηθεί επτά και έξι φορές αντίστοιχα από το επίπεδο όπου βρισκόταν. Συνεχίζοντας, διπλάσια κατανάλωση φυτικού ελαίου, 60% περισσότερο κοτόπουλο, 30% περισσότερο βοδινό και 25% περισσότερα σιτηρά. Παρ' όλα αυτά, η Κίνα εξακολουθεί να καταναλώνει το ένα τρίτο της ποσότητας γάλακτος και κρεάτων που απολαμβάνουν οι πλούσιες δυτικές χώρες, όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Η διαφορά είναι ακόμα μεγαλύτερη συγκρινόμενη την εξίσου γρήγορα αναπτυσσόμενη Ινδία.

Παρ' όλο που η κατανάλωση πρωτεϊνών στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ παραμένει σταθερή, ο συνδυασμός της εισοδηματικής και πληθυσμιακής αύξησης των αναπτυσσόμενων χωρών προβλέπεται να ενισχύσει την ετήσια ζήτηση κατά 5% τα επόμενα χρόνια. «Από τη στιγμή που ο κόσμος συνηθίσει να καταναλώνει περισσότερη πρωτεΐνη, δεν θα την ξαναβγάλει από την δίαιτά του», συμπληρώνει ο Καϊάνι.

Κι ενώ η ζήτηση των γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων αυξάνεται, η αντίστοιχη ενίσχυση της παραγωγής τους είναι σχεδόν ανέφικτη εξαιτίας της εξαιρετικά μικρής αύξησης των καλλιεργήσιμων εδαφών, της τάξεως του 0,1%. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Κίνα και στην Ινδία οι πιο γόνιμες περιοχές μετατρέπονται σε δρόμους και εργοστάσια, ενισχύοντας έτσι την ανάγκη χρησιμοποίησης των υπόλοιπων περιοχών για καλλιέργειες.

Η αύξηση των τιμών των τροφίμων μεταφέρεται σαν συγκοινωνούντα δοχεία, από τροφική αλυσίδα σε τροφική αλυσίδα και από εκεί στο χρηματιστήριο και στην αγορά γης.

Η BASF, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής αγροχημικών παγκοσμίως, είδε τις ετήσιες πωλήσεις τις να αυξάνονται 16% μόνο στην Ασία, ενώ προβλέπει ενίσχυση 17% της βιομηχανίας για το 2009. Επίσης, οι ανταγωνιστικές τις εταιρείες Agrium, CF Industries, Bunge and Syngenta είδαν πέρυσι τις μετοχές τους να ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι με τις τιμές των τροφίμων. Αυξήθηκαν με τη μεγάλη άνοδο των τιμών των τροφίμων, μετά υποχώρησαν απότομα μαζί με τις μετοχές σχεδόν όλων των εταιρειών παγκοσμίως εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης, αλλά αργότερα σταθεροποιήθηκαν παρ' όλο που το υπόλοιπο χρηματιστήριο συνέχιζε την ελεύθερη πτώση του.

Η Al Qudra, η επενδυτική εταιρεία με βάση το Aμπού Ντάμπι, ανακοίνωσε την απόκτηση μεγάλων καλλιεργήσιμων εκτάσεων στο Μαρόκο και στην Αλγερία, ενώ έμεναν μόνο οι υπογραφές για αντίστοιχες εκτάσεις σε Πακιστάν, Συρία, Βιετνάμ, Ταϊλάνδη, Σουδάν και Ινδία. Ακόμα και η Κίνα, βλέποντας τα μεγάλα κέρδη της βιομηχανίας, αποφάσισε να ανοίξει τις πόρτες σε ιδιωτικές αγροτικές επενδύσεις. Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης επιτρέπουν πλέον στους αγρότες, εκτός από τα προϊόντα παραγωγής, να τους ανήκει και η καλλιεργήσιμη γη.

Χαρακτηριστικά, ως αναφορά στα κέρδη των αγροκαλλιεργειών, η Asian Bamboo, που είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης και νοικιάζει 27.000 εκτάρια στο προάστιο Φουτζίγιαν, ανακοίνωσε κέρδη αξίας 30,4 εκατ. δολάρια για το 2008, αποδεικνύοντας ότι η γεωργία μπορεί να αποφέρει εξωπραγματικά κέρδη.

Σε όλο αυτό το κυνήγι κερδών και αναζήτησης ελευθέρων καλλιεργήσιμων εδαφών δεν απουσιάζουν οι εντάσεις και οι υπερβολές. Παραδείγματος χάριν, είναι αξιοσημείωτη η συμφωνία που ναυάγησε την τελευταία στιγμή, όταν η Νότια Κορέα επιχείρησε να νοικιάσει από την κυβέρνηση της Μαδαγασκάρης σχεδόν το μισό της καλλιεργήσιμης γης του νησιού, 1,3 εκατ. εκτάρια, για να παράγει καλαμπόκι για την πατρίδα της Daewoo. Φυσικά, οι κάτοικοι του νησιού αντέδρασαν έντονα και η συμφωνία απετράπη.

Γενικότερα, οι επεκτατικές κινήσεις για την εξασφάλιση εδαφών και συνεπώς προμηθειών τροφίμων έχουν αναγκάσει αρκετές κυβερνήσεις να επιβάλουν φόρους και περιορισμούς σε κάποιες εξαγωγές, όπως στην Κίνα για ένα βασικό συστατικό λιπασμάτων, στο σιτάρι στην Αργεντινή και στο ρύζι στην Ινδία.

Διατροφικές αλλαγές, αύξηση υποσιτισμού

Η στροφή στις διατροφικές προτιμήσεις των Κινέζων, που από την κατανάλωση κυρίως ψαριού, ρυζιού και λαχανικών, πλέον τρέφονται με περισσότερο κρέας και γαλακτοκομικά, δεν αφήνει ανεπηρέαστο το χρηματιστήριο των τροφίμων. Η ανάγκη για μια πιο ολοκληρωμένη διατροφή από τους ταχέως αυξανόμενους πληθυσμούς της Ασίας πολλαπλασιάζει και τις απαιτούμενες ποσότητες τροφίμων παγκοσμίως. Από την άλλη πλευρά, η παραγωγή αδυνατεί να ανταποκριθεί γρήγορα στην αυξανόμενη ζήτηση, εξαιτίας της περιορισμένης καλλιεργήσιμης γης και της καθοδικής πορείας των παγκόσμιων αποθεμάτων τροφίμων. Eτσι, οι τιμές τροφίμων ανταποκρίνονται και συνεχίζουν την άνοδό τους, γεγονός που δεν μπορεί να αφήσει κανέναν ανεπηρέαστο. Το 2009, παραπάνω από 850 εκατομμύρια ανθρώπων παγκοσμίως -συγκεκριμένα ένας στους επτά στις αναπτυσσόμενες χώρες- υποσιτίζονται. Eνας από τους αναπτυξιακούς στόχους της χιλιετίας που αποφασίστηκε το 2001 από 192 μέλη του ΟΗΕ ήταν να μειωθεί στο μισό το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν στα όρια της φτώχειας στις αναπτυσσόμενες χώρες μέχρι το 2015.

Hρθε η ώρα για δραστικές αποφάσεις.

Ενα βήμα μπροστά

Τον προηγούμενο Αύγουστο, μετά 14 χρόνια συζητήσεων, η κινεζική κυβέρνηση επιτέλους έθεσε σε εφαρμογή τον πρώτο αντιμονοπωλιακό νόμο. Σε μία χώρα που μαστίζεται από μονοπώλια με έντονη την παρουσία του κρατικού ελέγχου, είναι λογικό κανείς να αναρωτηθεί με ποιο τρόπο θα εφαρμοστεί ο νόμος και αν θα βοηθήσει τη μετατροπή της Κίνας σε οικονομία της αγοράς.

Η απάντηση ήρθε στις 18 Μαρτίου, με την απόρριψη της προσφοράς 2,4 δισ. δολαρίων της Coca-Cola για την εξαγορά της κινεζικής Huiyuan, της μεγαλύτερης εταιρείας χυμών φρούτων της χώρας.

Η Coca-Cola έχει στην κατοχή της τη μισή κινεζική αγορά για ανθρακούχα ποτά, και εφόσον προχωρούσε η εξαγορά, θα ήλεγχε περισσότερο από το 20% της αγοράς φρουτοχυμών, η οποία δεν είναι και ιδιαίτερης στρατηγικής οικονομικής σημασίας για την Κίνα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τον περασμένο Σεπτέμβριο που ανακοινώθηκε η συμφωνία, η τιμή της προσφοράς ήταν τρεις φορές μεγαλύτερη από την πραγματική τιμή της εταιρείας. Ειδικότερα, τώρα, στο έλεος της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η προσφορά έμοιαζε ακόμα πιο ελκυστική.

Οπως αναφέρει το υπουργείο Εμπορίου, «η κυρίαρχη θέση της Coca-Cola μπορεί να έθετε σε κίνδυνο μικρότερους ανταγωνιστές και να ανάγκαζε τους καταναλωτές να πληρώνουν υψηλότερες τιμές και να απολαμβάνουν μικρότερη γκάμα προϊόντων».

Η αμερικανική εταιρεία είχε προσπαθήσει επί σειρά ετών να εδραιώσει τη θέση της στην κινέζικη αγορά, με μεγάλες επενδύσεις, δημιουργώντας εύστοχα το ερώτημα «άμα η Coca-Cola δεν είναι αποδεκτή από την κυβέρνηση, τότε ποιος θα είναι;».

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyagor_1_28/03/2009_309147

No comments: